RSS

Εν Αλασσάτοις Ερυθραίας…Όσοι Ζωντανοί.

04 Σεπτ.

[…] Εκείνες τις μέρες του τρόμου και της αγωνίας, κατέφθασε στα Αλάτσατα, οπισθοχωρώντας, η οπισθοφυλακή του Ελληνικού Στρατού με τον Πλαστήρα επικεφαλής. Το μόνο που είπε στους κατοίκους που είχαν συγκεντρωθεί στην είσοδο του χωριού ήταν ο πικρός του λόγος: «Λυπάμαι που σας αφήνουμε…». Ήταν  πια οι πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη  του 1922. Ο Ελληνικός Στρατός είχε αποχωρήσει. Ο Τουρκικός Στρατός, με προπομπό τους άτακτους Τσέτες, κατέβαινε στις πόλεις και στα χωριά. Κι άρχισε το απερίγραπτο  δράμα των χριστιανών.

Στις 4 του Σεπτέμβρη εισέβαλαν με πυροβολισμούς και κραυγές. […]

Ξεκινώντας  τη διαδρομή του «αληθούς», μια από τις πρώτες αναρτήσεις που θέλησα να  καταχωρήσω ήταν η «Καλή Πατρίδα»

Επανέρχομαι  με δύο τριαντάφυλλα, στην 89χρονη ζώσα μνήμη των αλησμόνητων πατρίδων και στον  άνθρωπο που είχε τη μεγαλοσύνη να εκπέμπει γαλήνη μέσα από την αφήγηση βιωμάτων  «τρικυμίας» και ολέθρου.

Για  την εξιστόρηση γεγονότων και εμπειριών από τον ξεριζωμό, επί τούτου, το σχετικό  «βήμα» δίδεται στον αφηγητή του β’ υστερολογίου (Θανάση Γ.  Κακογιάννη από Αλάτσατα Ερυθραίας).

Mία  βιωματική αφήγηση που ανακαλεί παραπλήσιες  καταγραφές  προσωπικών ερεθισμάτων. Των μεσημεριανών ακουσμάτων  από τη συγχωρεμένη Μαρία στα συχνά -αν όχι καθημερινά- εθιμικά ραντεβού των καλοκαιρινών διακοπών. 

Περί  την 3η μ.μ, ο καθιερωμένος «τούρκικος»… για όσο μας επέτρεπε ο  χρόνος μέχρι να σημάνει η καμπάνα, να κατηφορίσει στην  εκκλησία.

Ο  τόπος συνάντησης ήταν κάτω από τον ίσκιο της δεσπολιάς, περιτριγυρισμένοι  -γιαγιά κι εγγονός – από ασβεστωμένες γαζοτενέκες με ορτανσίες και βασιλικούς,  παρατεταγμένες μπροστά από τα πολύχρωμα και μοσχομυρισμένα παρτέρια. Δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι για τους καφέδες  (από το πιατάκι  «έπινε» τον καφέ, να κρυώσει…) πάνω στο βρεγμένο τσιμέντο της  αυλής, δυο βήματα από την καυτή άσφαλτο του αμαξωτού .    

Το  ταξίδι για την Πατρίδα με εκείνην οδηγό, ξεκίναγε. Για το νου και την καρδιά  μας, για την …υπόφυση, σε  διαδρομές απόλυτης χαλάρωσης παρά το οδυνηρό των περιγραφομένων…Ο νους μου την  παρακολουθούσε. Το θυμικό από κοντά. Τα μάτια μπερδεύονταν ως προς τη συνείδηση της απόστασης (μόλις 1μ μας  χώριζε με διάθεση για λιγότερο,  ένεκα της χαμηλοφώνου αφήγησης…).  Ξεμάκραινε, ολοένα και περισσότερο. Λες και ακολουθούσε η μορφή της την  επιστροφή στον τόπο-χρόνο  μέσα στον οποίο βυθιζόταν όλο της το είναι…

Τα  ενίοτε υγρά μάτια αμφοτέρων ήταν η αφορμή, για …άνω τελείες. Πριν την τελεία του  Εσπερινού…

Στη μνήμη της αφιερώνεται το βίντεο 2011:

89 χρόνια μετά, Εσπερινός στο ναό των  Εισοδίων…εν Αλασσάτοις Ερυθραίας.

Στην Παναγίτσα Της, στ’  Αλάτσατα!


Αγριλιά-Χ.Ερυθραίας

          «Γιωργίτσα» //     Καρσιλαμάς από τα Αλάτσατα της Μ.Ασίας

Ο περίβολος της Παναγίας με το καμπαναριό και τα γραφεία της μητρόπολης.

 

Πανηγύρι 21ης Νοεμβρίου…στην Πατρίδα, Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας, τα μισά χωράφια είναι ήδη σπαρμένα και οι προσευχές στην χάρη Της είναι για καλή σοδειά.

 

 2011…Εσπερινός στη Μεσοσπορίτισσα 89 χρόνια μετά! 

(Άνευ υποδημάτων και με …τουρκόφωνη παρένθεση. Φευ!…)

Για τη Μνήμη ΑΥΤΩΝ που «μείναν πίσω» και των Προσφύγων Αδελφών Των!

«… Δεν μπορεί κανείς να είναι άνθρωπος ξεχνώντας την καταγωγή του.
Να θυμάται κανείς από πού βγήκε, που μεγάλωσε, ποιο έθνος τον ανέθρεψε.
Μου αρέσει να βλέπει κανείς τους δεσμούς του. Αυτό θα πει ελευθερία…»
                                                                                        I. Δραγούμη: « Όσοι Ζωντανοί»

                                               
Καλή Πατρίδα !…

ΥΣΤΕΡΟΛΟΓΙΟ 1: 

ΕΠΙΣΚΕΨΗ  ΣΤΑ  ΑΛΑΤΣΑΤΑ

Το είχαμε βάλει ορόσημο, ως Σύλλογος Σμυρναίων- Μικρασιατών Ελευθερίου- Κορδελιού ΄΄Η ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ΄΄ σε νέα μας επίσκεψη στη Σμύρνη, να σταματήσουμε και να περιπλανηθούμε στα ΑΛΑΤΣΑΤΑ, μια μεγαλούπολη σήμερα της Ερυθραίας Χερσονήσου, που απέχει λίγα χιλιόμετρα από την Κρήνη (Τσεσμέ), και 60 περίπου χιλιόμετρα από τη Σμύρνη. Είναι χτισμένη πάνω σε μια γήινη γλώσσα, που απέχει από τη θάλασσα, κι απ΄ τις δυό πλευρές κάπου 500 μέτρα και ζώνονται από βουνά και λόφους (Καραδαγί και Προφήτη Ηλία) που της προσδίδουν ακόμα και σήμερα, παρόλο που έχει απλωθεί με νέες κατοικίες και βίλες, γραφική όψη.

Το όνομά της, άλλοι το παράγουν από τη λέξη άλας
[Στον κατάλογο συνδρομητών (1834) του βιβλίου «Δοκίμιον Επιστολικών Κανόνων» του διευθυντή της Ευαγγελικής  Σχολής  Σμύρνης  Αβραμίου Ομηρόλου, το όνομα της πόλης είναι γραμμένο στη λόγια μορφή του ως Αλάσσατα, στη δοτική πτώση:  «Εν Αλασσάτοις».  Η προέλευση του ονόματος σύμφωνα με το σοφό Χιώτη γυμνασιάρχη Γεώργιο Ζολώτα αποδίδεται στο αλίπεδο με τα αβαθή νερά στο βάθος του όρμου της Αγριλιάς
(όπου και το μετέπειτα τοπωνύμιο Γιακίν τουζλού  ή Γιακίνι ) και το πηγμένο αλάτι που παρέμενε και κάλυπτε σε έκταση τριών περίπου χιλιομέτρων το έδαφος.
Αυτή την εκδοχή υποστηρίζουν οι Κων. Α. Βλάμος και Φάνης Ν. Κλεάνθης στα βιβλία τους, αυτήν έχουμε και από προφορικές μαρτυρίες στις οποίες αναφέρεται η συλλογή αλατιού στη συγκεκριμένη περιοχή.]
και άλλοι από το ότι δήθεν, μετά τη μετατροπή από τους μουσουλμάνους σε τέμενος του ναού του Αγίου Γεωργίου παρατηρούνταν, στο προαύλιο του κατά τη διάρκεια της νύχτας ένα στικτό άλογο (τουρκικά: alaca = στικτός, ποικιλόχρωμος, παρδαλός, at = άλογο, alaca + at = στικτό άλογο).
Αναφέρεται ότι ο συνοικισμός ανάγεται ως το 10 αιώνα, αλλά μάλλον έγινε από πρόσφυγες που ήρθαν από τις Κυκλάδες, την Εύβοια και την Κρήτη, τη Χίο και τη Σάμο.
Οι κάτοικοι της πόλης ήταν φιλόθρησκοι και γι΄ αυτό είχαν πανέμορφους ναούς. Αρχαιότεροι ήταν ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου που χτίστηκε το 1831 ( ήταν τρισυπόστατος με αέτωμα που στηρίζονταν σε 12 κίονες και με τέμπλο, με χρυσωμένο μάρμαρο. Το μήκος του 32 μέτρα). Άλλος ναός της Αγίας Τριάδας που και αυτός είχε
μαρμάρινο χρυσωμένο τέμπλο. Το φιλόθρησκο των κατοίκων αποδεικνύεται και από το ότι πολλοί επίσκοποι και μητροπολίτες κατάγονταν από τα Αλάτσατα. Ήταν όμως και οι Αλατσατιανοί και φιλομαθείς και γρήγορα κατανόησαν ότι κοντά στους ναούς έπρεπε να έχουν εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Έτσι έχτισαν σχολεία, το παλιότερο στα 1840, αρρένων και θηλέων, καθώς και νηπιαγωγείο. Διατηρούσαν, επίσης, και τον φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο Αλατσάτων, ΄΄Η ΕΡΥΘΡΑΙΑ΄΄.
Πριν από την καταστροφή, ο πληθυσμός της πόλης ανέρχονταν σε 17000, όλους Έλληνες, εκτός από 50 περίπου μουσουλμάνους. Ασχολίες των κατοίκων ήταν κυρίως η αμπελουργία. Η παραγωγή ανέρχονταν ετησίως σε 13000 στατ.. και στέλνονταν στη Γερμανία, Αγγλία και σε άλλα Ευρωπαικά κράτη. Άλλα παραγόμενα αγαθά ήταν ο γλυκάνισος και το λάδι.
Επίσης γινόταν εξαγωγή μικρών ποσοτήτων πορωδών λίθων που έχουν αντοχή κατά της φωτιάς. Λειτουργούσε ακόμη, και γυναικεία μονή που είχε ιδρυθεί στα 1862 και οι μοναχές ασχολούνταν με την ταπητουργία. Το επίνειο, των Αλατσάτων, σε μικρή απόσταση( 10 λεπτά με τα πόδια) ήταν ο οικισμός Αγρελιά, που διατηρούσε
εμπορικές αποθήκες, ναό και δημοτικό σχολείο. Αριθμούσε τότε 50-60 σπίτια.
Σήμερα τα βρήκαμε κάπως διαφορετικά. Εντοπίσαμε το ίδιο όνομα-Alatsati τη λένε οι Τούρκοι- πληθυσμό γύρω στις 58000. Βρήκαμε τα ελληνικά σπίτια, σχεδόν τα περισσότερα, με την πολυχρωμία, τους αμπατζάδες, τους μαιάνδρους και τα ρόπτρα στις μεγαλόπορτες. Ολόρθα, θαρρείς και μιλούν. Βρήκαμε την κεντρική πλατεία με την- τέμενος πια- εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Περιδιαβήκαμε τα στενά δρομάκια, με τα καλλίγραμμα σπίτια.
Μείναμε έκθαμβοι κι εκστατικοί μπροστά στο παλιό σχολείο, το Ελληνικό, που στέκει γερασμένο μα  ακλόνητο, θαρρείς και είναι έτοιμο να ανοίξει τις αίθουσες διδασκαλίας με το χτύπημα του κουδουνιού. Ρωτήσαμε τους κατοίκους. Είναι κι αυτοί όλοι πρόσφυγες από Ελληνικά μέρη. Μας μίλησαν για Σαλονίκη, Φλώρινα, Γκρεμπίνι ( Γρεβενά) κ.α.
Εκεί όμως, που σταθήκαμε και ήταν αδύνατο να φύγουμε γρήγορα ήταν η μεγαλοεκκλησία της πλατείας. Δεν πειράχθηκε καθόλου, παρά μόνο της προστέθηκε ο μιναρές και ένα ισλαμικό κείμενο στο υπέρθυρο της κύριας εισόδου μέσα σε προθήκη. Δεν πειράχθηκε ούτε το ιερό, με τον ανατολικό του προσανατολισμό και τα παράθυρά του.
Περίεργο! Ολοζώντανος ο ναός, λες και περιμένει τους Χριστιανούς να τον φέρουν στην αρχική του κατάσταση!
Αυτή η μεγαλοεκκλησία μας κράτησε πολλή ώρα κοντά της, ενώ οι μουσουλμάνοι κάτοικοι μας έβλεπαν περίεργα και παράξενα.
Ήμασταν έτοιμοι εδώ να τραγουδήσουμε το τραγούδι των Αλατσάτων, την ‘’Αλατσατιανή’’ 
βολιδοσκοπούσαμε το χώρο και το χρόνο, γι’ αυτή την ενέργεια. Σεβαστήκαμε τα πάντα και σιγά σιγά ήρθαμε στο λεωφορείο μας για την αναχώρηση. Εκεί μέσα ΄΄σήκωνε΄΄ το τραγούδι και το τραγουδήσαμε, σχεδόν όλοι μαζί, έχοντας μπροστά μας το βουνό που το λένε «Καρανταγί».

Η Αλατσατιανή Κλεονίκη στην …ΑΛΑΤΣΑΤΙΑΝΗ

Στ΄ Αλάτσατα στην Παναγιά, στ΄ Αλάτσατα στην Παναγιά
στ΄ Άγιο Βήμα από πίσω, Αλατσατιανή
στ΄ Άγιο Βήμα  από πίσω, Αλατσατιανή
Έχω φυτέψει λεμονιά, έχω φυτέψει λεμονιά
και πως να την ποτίσω, Αλατσατιανή
και πως να την ποτίσω, ρούσα και ξανθή

Άιντε –  άιντε γκιντελίμ, Αλατσατιανή
Θα σε πάρω και θα φύγω, πανωχωριανή

Τι να  το κάνω να το λες, τι να το κάνω να το λες
πως μ΄ αγαπάς και μένα,  Αλατσατιανή
πως μ΄ αγαπάς και μένα, πανωχωριανή

Και της καρδιάς σου τα  κλειδιά και της καρδιάς σου τα κλειδιά
Αλλού τα ΄χεις δοσμένα  Αλατσατιανή
Αλλού τα ΄χεις δοσμένα ρούσα και ξανθή

Άιντε – άιντε γκιντελίμ, Παναγιά
Θα σε πάρω και θα φύγω κόρη μακριά (2)

Στα Αλάτσατα είν΄ ένα βουνό (2)
Καρανταγί το λένε Αλατσατιανή
Καρανταγί το λένε πανωχωριανή

Που πάνε οι Αλατσατιανές (2)
και τον καημό τους λένε Αλατσατιανή
και τον καημό τους λένε πανωχωριανή

Σαν σε δω στο σταυροδρόμι Αλατσατιανή
Τρέμω σαν το χελιδόνι ρούσα και ξανθή (2)

Κι απ΄ τις μελωδικές κι έντονες φωνές μας αντήχησαν τα δύο βουναλάκια που περιζώνουν τα Αλάτσατα, το Καρανταγί (=μαύρο βουνό) και ο Προφήτης Ηλίας, λες κι αυτά ανέμεναν να τα ξανατραγουδήσει κάποιος, ύστερα από 82 χρόνια. Αχός βαρύς ακούγεται, χωρίς όμως να πέφτουν ντουφέκια. Σφιχταγκαλιάσαμε ο ένας τον άλλο, αγναντέψαμε καλά το Καρανταγί, επαναλάβαμε πολλές φορές το πανέμορφο αυτό ερωτικό δημοτικό τραγούδι, λικνιστήκαμε στους ρυθμούς και τις επιταγές της ιστορίας και της παράδοσης και πήραμε το δρόμο για το Τσεσμέ, την περίφημη Κρήνη με τα κάστρα και τα καστέλια και τα καστελόριζα σαν το Ανάπλι και το Λεπάντο (Ναύπακτο).
Εδώ θυμηθήκαμε τη ρήση του Σεφέρη.
«Όπου και να ταξιδέψω η  Ελλάδα με πληγώνει»
Και πώς να μην πληγωθούμε ύστερα απ’ αυτόν τον συνδυασμό στοιχείων, που εντοπίσαμε, όπως η περίφημη εκκλησία που δημοσιεύουμε την κορμοστασιά της, τα ελληνόσπιτα που στέκουν ολόρθα, το μεγαλοσχολείο έτοιμο να ακούσει το γλυκόηχο κουδούνι και τις φωνούλες των παιδιών, οι λόφοι και τα βουνά τα τραγουδισμένα, η μεγάλη πλατεία, οι δρόμοι με την ποικιλία σχημάτων τους (ευθείς αλλού, αλλού κυκλικοί, αλλού να στενεύουν κι αλλού να φαρδαίνουν) και προπαντός η ιστορία με την παράδοση και το πολύπτυχο παρελθόν.

Εδώ οι Ίωνες φιλόσοφοι προσπάθησαν να λύσουν το μυστήριο της δημιουργίας του κόσμου, μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον με τις τόσες ομορφιές κι εναλλαγές των εικόνων. Η Ερυθραία μας γέμισε χαρά, μας ΄΄έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι΄΄ μας θύμισε την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των Πέντε θαλασσών, μας πλημμύρισε με το άρωμα των αλησμόνητων πατρίδων.
ΒΑΚΟΥΦΑΡΗΣ ΠΕΡΙΚΛΗΣ/ τ. Σχολικός Σύμβουλος

ΥΣΤΕΡΟΛΟΓΙΟ 2:

Έτσι  κι έγινε στη Μικρασία, στα ξακουστά ελληνικά παράλια της. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, που άρχισε το 1914, άγγιξε από τις πρώτες του μέρες εκείνους τους τόπους. Κι οι πάτριοι εκείνοι τόποι με τη σφύζουσα ελληνική πνοή και πίστη άδειασαν. Ο αλλόθρησκος εχθρός σκόρπισε τους πληθυσμούς των Χριστιανών κατοίκων στην Ελλάδα. Προσφυγιά κάπου έξι χρόνια. Κι’ ύστερα ξαναγύρισμα στις Πατρίδες. Μύριοι κόποι να ξαναναστηθεί στους πατρογονικούς τόπους η ζωή.

Στα Αλάτσατα, μία μικρή κωμόπολη με 15.000 κατοίκους Έλληνες (πόσους ν’ αριθμούσε η Αθήνα της εποχής…;) και ελάχιστους Τούρκους, που βρίσκεται στη χερσόνησο Ερυθραίας, δυτικά της Σμύρνης, και σε απόσταση 70 χλμ., είχε φθάσει εκείνο τον Αύγουστο του 1922 ο απόηχος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου, στο μέτωπο της Μικρασίας. Ημέρα με την ημέρα βάραινε πάνω σε όλους τους κατοίκους το φοβερό προαίσθημα της επερχόμενης συμφοράς. Μία αβεβαιότητα ανάμικτη με τρόμο σκέπαζε το χωριό, όπως έλεγαν τη μικρή τους κωμόπολη οι κάτοικοί της, όσο πλήθαιναν τα νέα του μετώπου που κατέρρεε. Οι κάτοικοι, μπροστά στ’ αποκαρδιωτικά μηνύματα της υποχώρησης του στρατού μας και της καθόδου των διαβόητων Τσετών και του
Τουρκικού Στρατού, που μαζί απλώνονταν αιμοχαρείς, νικηφόροι και εκδικητές προς τη Σμύρνη και τα παράλια, αντιμετώπιζαν το παράλογο δίλημμα να μείνουν στον τόπο τους, στην πατρίδα, ή να την αφήσουν πάλι και να φύγουν στην ξενιτιά.
Στη μικρή αυτή πολιτειούλα ήταν πολύ ζωντανά τα πατριωτικά αισθήματα  των κατοίκων της και βαθιά η χριστιανική πίστη τους. Ήταν αφέλεια ακόμα και η σκέψη να μείνουν. Κι όμως ο καημός και τα βάσανα της πρώτης προσφυγιάς, κι ύστερα το ξαναζωντάνεμα της πατρίδας, να, η αιτία του διλήμματος. (ολέθριο και για τον προπαππού …)
Οι χριστιανοί ήταν σχεδόν το σύνολο των κατοίκων. Ελάχιστες οι τουρκικές οικογένειες, γι’ αυτό και πολύ λίγοι κάτοικοι ήξεραν την τουρκική γλώσσα.
Στο γυρισμό, στα 1920, ύστερα από τον πρώτο διωγμό στα 1914, όσοι γύρισαν στην πατρίδα είχαν αναδημιουργήσει τα νοικοκυριά τους. Ξανακαλλιέργησαν την καρπερή γη της πατρίδας, ξαναστόλισαν τις εκκλησίες τους, αποτελείωσαν και τον Άγιο Κωνσταντίνο στο Κάτω Χωριό και τον στύλωσαν ωραίο κι
επιβλητικό. Η σταφίδα γέμισε και πάλι τα σπίτια, τα χέρσα χωράφια με τα σπαρτά και τα καρποφόρα δέντρα ομόρφυναν όπως πριν τον τόπο τους. Το εμπόριο με τη Σμύρνη ξανάρχισε και η ζωή είχε βρει ξανά τον ήρεμο ρυθμό της, με τις καινούργιες εμπειρίες της προσφυγιάς μα και της προόδου.
Και να τώρα, μπροστά  στο αδυσώπητο δίλημμα: Να τ’ αφήσουν πάλι όλα, χαμένος πάλι ο ιδρώτας και ο μόχθος, και να φύγουν, να πάρουν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς, ή να μείνουν;
Ολέθρια συμβουλή
Όντας μακριά από τα μέτωπα, δεν είχαν επίγνωση των καταστροφών, των φονικών μαχών, του ολέθρου που κάθε μάχη σκορπούσε παντού. Έτσι τους έμενε κάποια αμυδρή ελπίδα πως ίσως δεν πειραχτούν από τον Κεμάλ. Με κάποιες τέτοιες σκέψεις, ολότελα αντίθετες με την εξέλιξη του πολέμου, οι Προεστοί συμβούλεψαν να μην εγκαταλειφθεί ο πατρογονικός τόπος.
Όλοι έρμαια των Τσετών μετά την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού
Στο μεταξύ οι φήμες μέρα με τη μέρα προμηνούσαν  τον όλεθρο. Ο τρόμος και η αγωνία συνείχε τους πάντες. Η δράση των άτακτων Τούρκων, των Τσετών, ήταν από παλιότερα γνωστή.
Εκείνες τις μέρες του τρόμου και της αγωνίας, κατέφθασε στα Αλάτσατα, οπισθοχωρώντας, η οπισθοφυλακή του Ελληνικού Στρατού με τον Πλαστήρα επικεφαλής. Το μόνο που είπε στους κατοίκους που είχαν συγκεντρωθεί στην είσοδο του χωριού ήταν ο πικρός του λόγος:
 «Λυπάμαι που σας αφήνουμε…».
Ήταν  πια οι πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη  του 1922. Ο Ελληνικός Στρατός είχε αποχωρήσει. Ο Τουρκικός Στρατός, με προπομπό τους άτακτους Τσέτες, κατέβαινε στις πόλεις και στα χωριά. Κι άρχισε το απερίγραπτο  δράμα των χριστιανών.
Στις 4 του Σεπτέμβρη εισέβαλαν με πυροβολισμούς και κραυγές.
Τα σπίτια αμπαρώθηκαν, ερημιά παντού. Έρμαια της μανίας των άτακτων στιφών τα πάντα. Όλοι περίμεναν τη μοίρα τους. Πολλές οικογένειες μαζεύονταν σ’ ένα σπίτι, έτσι για να μη μένουν μόνοι και με την παρηγοριά ο ένας του άλλου. Οι χτύποι στις πόρτες, οι κοντακιές και τα σπασίματα για ν’ ανοίξουν και να μπουν μέσα στα σπίτια, η χλαλοή και τα τρεχοβολητά, κατακορύφωναν το δέος και την αγωνία. Όσο μπορούσαν οι κάτοικοι να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, μάθαιναν τα όσα γίνονταν. Παντού σφαγή, βασανισμοί και βιασμοί. Όλοι έρμαια των Τσετών. Έτσι, μια παγωμένη θανατερή αναμονή πλάκωνε τις καρδιές όλων.
Και η σειρά μας  ήρθε
Μαζεμένοι στο σπίτι του παππού, η οικογένεια ζούσε τον εφιάλτη της προσμονής της δικής μας δοκιμασίας. Οι Τσέτες μπαινόβγαιναν και ανεβοκατέβαιναν στα σπίτια των χριστιανών. Σκοπός τους η διαρπαγή, η λεηλασία, η σφαγή, οι βιασμοί. Το ακόρεστο πάθος κυρίαρχο και ανελέητο καταπάνω σε γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Με αισθήματα αφόρητης αγωνίας, περίμεναν οι μεγάλοι, ο παππούς, η γιαγιά, η μάνα και ο Μήτσος μας τη σειρά μας. Τα μικρά, εμείς, κουλουριασμένα, φοβισμένα και χωρίς συναίσθηση του τι μας περίμενε, το ένα κοντά στο άλλο, πιασμένα από τα φουστάνια της μάνας και της γιαγιάς. Ο πατέρας άφαντος κάπου για να γλιτώσει.
Η σειρά μας ήρθε. Αγρία χτυπήματα  στην αμπαρωμένη πόρτα με φοβερές  φωνές. Ο μεγάλος αδελφός, ο Μήτσος, κατέβηκε και άνοιξε την πόρτα. Ήταν ο πρώτος που δοκίμασε την επιδρομή μιας ομάδας από Τσέτες. Αφού τον  κοπάνισαν με τα κοντάκια των τουφεκιών  τους, αγρίμια αληθινά, όρμησαν ανεβαίνοντας τις σκάλες. Άρπαξαν το γέρο παππού ζητώντας να τους δώσει χρήματα και ό,τι άλλο είχε. Συνέχεια άρπαξαν από τα μαλλιά τη γιαγιά και ζητούσαν να τους δώσει δαχτυλίδια, ρούχα και τρόφιμα. Δεν τους έφταναν ό,τι έπαιρναν.
Άρχισαν να χτυπούν. Μ’ ένα γουδοχέρι πέτρινο έσπασαν το κεφάλι του παππού, συνέχισαν τα χτυπήματα στη γιαγιά, ώσπου και οι δύο τους έπεσαν αναίσθητοι. Όλοι κλαίγαμε, το μωρό στην αγκαλιά της μάνας τσίριζε. Ένας θρήνος γιόμισε το σπίτι, που εν τω μεταξύ το είχαν κάμει άνω-κάτω ψάχνοντας, ζητώντας πουγκιά και
χρυσαφικά. Αγρίμια αληθινά, δεν αρκέστηκαν σε ό,τι βρήκαν και άρπαξαν.
Οι βιασμοί
Σε  μια γωνιά του σπιτιού ήταν καθισμένη, έχοντας στα γόνατά της το μικρό της γιο, μια γειτόνισσα που είχε ζητήσει να μείνει μαζί μας από το φόβο που ήταν μοναχή και έρημη. Πριν από έναν μήνα είχε μάθει το θάνατο
του άνδρα της που σκοτώθηκε στο μέτωπο. Είχε φορέσει ό,τι παλιόρουχα είχε κι είχε σκεπάσει το κεφάλι της με διπλό τσεμπέρι για να κρύψει το πρόσωπό της και τα χρόνια της. Πώς όμως να ξεφύγει η δύστυχη από τ’ άγρια
θηρία;
Μυρίστηκαν το θήραμά τους. Κοντοστάθηκαν απέναντί της, έσκυψαν και με μιας της τράβηξαν τα τσεμπέρια από το κεφάλι. Ξεχύθηκαν τα μαύρα μαλλιά της και άστραψαν μπροστά τους τα μεγάλα μαύρα μάτια της και το ωραίο λευκό πρόσωπο. Με βία παραμέρισαν το αγόρι της και την τράβηξαν σέρνοντάς την στο διπλανό δωμάτιο. Σε λίγες στιγμές ακούσαμε τα βογκητά και τις οιμωγές της…
Μια κρυάδα μ’ έναν αποτροπιασμό μας πάγωσε μικρούς και μεγάλους. Η φρίκη γιόμισε όλο το σπίτι μπροστά στο κατοπινό θέαμα της βιασμένης γυναίκας. Ένα ματωμένο κουρέλι σύρθηκε κοντά μας με σκισμένα τα ρούχα και ματωμένο όλο της το κορμί, με ασταμάτητους λυγμούς. Μάζεψε το αγόρι της και διπλώθηκε στα γόνατά της. Η γιαγιά πήγε κοντά της και με λίγο νερό της ξέπλυνε το πονεμένο της πρόσωπο.
Μα  της δύστυχης δεν της έφτανε το δικό της μαρτύριο.
Πάνω σ’ όλα αυτά, να κι ένας πολίτης Τούρκος. Θα ήταν έως είκοσι χρονών, ήταν από τους λίγους Τούρκους του χωριού. Χωρίς μιλιά γύρισε μια ματιά σε όλους κι ύστερα κοντοστάθηκε μπροστά στη γυναίκα που ολοφυρόταν. Έσκυψε και σήκωσε το αγόρι και κρατώντας το από το χέρι, τράβηξε κατά τη σκάλα. Η δύστυχη με το έντονο προαίσθημα του κακού για το αγόρι της, χίμηξε ν’ αρπάξει από τα χέρια του μισερού τουρκόπουλου το παιδί της. Κι ο νεαρός, πάντα στυγνός και αμίλητος, με μια κλωτσιά την ξάπλωσε στο πάτωμα κι ευθύς τραβώντας το παιδί, κατέβηκε. Λίγο πιο κάτω από το σπίτι του παππού ήταν κάτι χαλάσματα. Από το μισάνοιχτο παραθύρι έγειρε ο Μήτσος μας και είδε πως έσυρε το αγόρι μέσα σ’ εκείνα τα χαλάσματα… Δεν θα είχε περάσει μισή ώρα και το αγοράκι γύρισε κατατρομαγμένο και μέσα στα κλάματα. Εξουθενωμένο έπεσε στην αγκαλιά της βιασμένης μάνας του. Του σήκωσε τα ρουχαλάκια του κι ύστερα με λίγο νερό προσπάθησε να το συνεφέρει. Μια νεκρική
σιγή σκέπασε όλο το σπίτι. Οι μεγάλοι αμίλητοι κι εμείς τα μικρά τρέμαμε ολοσούσουμα.
Οι  στιγμές ήταν αβάσταχτες. Σε λίγο τα δάκρυα και οι λυγμοί μας έπνιγαν όλους, μικρούς και μεγάλους, κι ο τρόμος κυρίαρχος ως την τελευταία ικμάδα της ύπαρξής μας. Έτσι, ξημερωθήκαμε.
Δεν άργησαν πάλι τα χτυπήματα  της πόρτας
Την άλλη μέρα, κι ενώ οι πυροβολισμοί και  τα τρεχοβολητά δικών μας που  έτρεχαν να κρυφτούν και των Τούρκων  που κυνηγούσαν τα θύματά τους, ανήμποροι  να κάνουμε οτιδήποτε, μιας και βρισκόμασταν στο έλεος
των αιμοδιψών πάνοπλων ληστών, περιμέναμε ανυπεράσπιστοι την τύχη μας. Και δεν άργησαν πάλι τα χτυπήματα της πόρτας. Έφτασε αυτή τη φορά ένα μπουλούκι. Άρχισαν κι έψαχναν παντού, μοιράζοντας κοντακιές. Τσουβάλια με σταφίδα, τενεκέδες με πετιμέζι και τυριά, ό,τι ρούχα είχαν απομείνει από τους χτεσινούς. Βρισιές, κλωτσιές και με τις λόγχες κομμάτιαζαν τις εικόνες. Ύστερα φόρτωναν τη λεία τους
κι έφευγαν, ώσπου να έρθουν άλλοι για ν’ αποσώσουν τη διαρπαγή. Άλλοι, μη βρίσκοντας ό,τι γύρευαν, ξεσπούσαν πάνω στα κορμιά μικρών και μεγάλων. Η σαδιστική μανία τους ξεπερνούσε κάθε όριο.
Έφτασαν ν’ αρπάξουν από την αγκαλιά της μάνας μας το μωρό της έξι μηνών, να το αναποδογυρίσει ο άγριος Τσέτης, να το κρατήσει ανάποδα από τα δυο του ποδαράκια και με ξεγυμνωμένο μαχαίρι να θέλει να το σχίσει στα δύο. Μπροστά στα ουρλιαχτά της μάνας κι όλων μας και στην προτροπή ενός συντρόφου του ν’ αφήσει το μωρό, το πέταξε κάτω και παίρνοντας ό,τι ρουχικό και τρόφιμα βρήκαν, βρίζοντας στη γλώσσα
τους έφυγαν.
Έτσι κόρεσαν τα πάθη τους τα στίφη των Τσετών. Μετά από κάθε αναχώρηση, χαμός και θρήνος.
Η θεία Γιασεμή και ο θείος Τζώρτζης
Η θεία Γιασεμή, η μικρή αδελφή της  μάνας, ως είκοσι χρονών, λίγο ακόμα  και θα έσκαζε μέσα στο αμπάρι με το σιτάρι που από την αρχή κάθε τόσο την έχωνε ο παππούς για να γλιτώσει το βιασμό.
Μόλις κατέβαιναν τα μπουλούκια, ο θείος Τζώρτζης Γκίρδης, αδελφός της μάνας, που έκανε τον σφαγμένο κι ήταν ξαπλωμένος πάνω από το αμπάρι που μέσα του κρυβόταν η θεία, ανασηκωνόταν να πάρει κι αυτός αναπνοή. Ήταν σκεπασμένος μ’ ένα σεντόνι που ήταν καταματωμένο από τις πληγές που μόνος του προκάλεσε στο σώμα του.
Στην τελευταία επιδρομή, μόλις έφυγαν, τράβηξε μια τάβλα πάνω από το αμπάρι, το άνοιξε για να πάρει αέρα η αδελφή του. Και μόλις ήταν καιρός, μελανιασμένη και λιγοθυμισμένη την τράβηξαν στο δωμάτιο με χίλιους φόβους. Τη δρόσισαν και πάλι ύστερα στο αμπάρι, κι από πάνω βουτηγμένος στα αίματα ο θείος Τζώρτης και σκεπασμένος με το σεντόνι.

Με  το αιμάτινο αυτό καμουφλάζ ο θείος  Τζώρτης περίμενε να σωθεί. Η οικογένειά του, που γλίτωσε στη Χίο, τον είχε για χαμένο. Τελικά ανταμώθηκαν, όταν γύρισε από την αιχμαλωσία, από την όποια όμως δεν κατάφερε να γλιτώσει.

Οι χτύποι και τα τρεχοβολητά στους δρόμους, από τους κυνηγημένους κι από τις ομάδες των Τσετών, μας έκαναν όλους να τρέμουμε από το φόβο. Αυτοί οι χτύποι σημάδεψαν τα παιδικά μας και τα εφηβικά μας χρόνια.
Κατοπινά, κι ύστερα ακόμα από μερικά χρόνια οι χτύποι στις πόρτες τη νύχτα, θες από τους αέρηδες ή από τους γειτόνους και τους επισκέπτες, ζωντάνευαν τις φριχτές ώρες της αγωνίας και του τρόμου. Και στον ύπνο πάντα ο εφιάλτης του απάνθρωπου Τσέτη.
Έφυγαν  οι Τσέτες, ήρθε ο  Τουρκικός Στρατός και η αιχμαλωσία
Το  μαρτύριο της επιδρομής των Τσετών, με τους ξυλοδαρμούς, τις λεηλασίες  και τους βιασμούς, κράτησε πέντε ολόκληρα μερόνυχτα.
Κι αφού πια είχαν κορέσει κάθε ταπεινό τους ένστιχτο, τα άταχτα μπουλούκια τους τραβήχτηκαν σε άλλους τόπους για να συνεχίσουν το μισερό τους έργο.
Θα ‘ταν η 10 του Σεπτέμβρη, όταν μπήκαν στα Αλάτσατα τμήματα του Τούρκικου Στρατού. Η πρώτη διαταγή τους ήταν να παρουσιαστούν όλοι οι άντρες από 18 χρονών μέχρι 60. Έτσι μάζεψαν όλους, όσους δεν είχαν καταφέρει να φύγουν. Ανάμεσά τους ο Δημητρός μας, ο θείος Τζώρτζης, που γλίτωσε την κακοποίηση χάρη στο ματωμένο σεντόνι με το οποίο είχε κουκουλωθεί, όχι όμως και την αιχμαλωσία, οι δύο θείοι Γιαννακός και Δημήτρης Κακογιάννης κι άλλοι πολλοί φίλοι και συγγενείς της οικογένειας. Ο πατέρας από κεραμίδι σε κεραμίδι είχε ξεφύγει στην αρχή από τους Τσέτες, μα δεν ξαναφάνηκε ποτέ πια. Κάπου άφησε το κορμί του. Ποιός ξέρει πώς. Πάντως ανάμεσα στους αιχμαλώτους Αλατσατιανούς δεν ήταν.
Σε  μακρινές σειρές, χωρίς να μπορέσουν  να πάρουν τίποτα μαζί τους, πήραν το δρόμο της αιχμαλωσίας μαζί με τους άντρες άλλων χωριών και πόλεων της Μικρασίας.
Από τη Σμύρνη που έφτασαν, τράβηξαν ως τα βάθη της Ανατολής. Η αιχμαλωσία με ανείπωτα μαρτύρια διάρκεσε δύο και πλέον χρόνια.
Όσοι μπόρεσαν κι επέζησαν, γύρισαν στην Ελλάδα. Μα αυτοί ήταν πολύ λίγοι. Οι πολλοί περισσότεροι άφησαν τα κόκαλά τους στους κάμπους και στις ερημιές της Μικρασίας.
Η αρχή της προσφυγιάς
Αφού  μάζεψαν τους άντρες, με άλλη διαταγή  όλα τα γυναικόπαιδα μαζί με τους ηλικιωμένους έπρεπε να μαζευτούμε στις εκκλησίες  και ιδίως στη μεγάλη εκκλησία Εισοδίων της Θεοτόκου.
Εκεί, στο προαύλιο της εκκλησίας ήταν ένα πηγάδι. Οι φήμες λένε ότι έπεσαν μέσα για να γλιτώσουν το βιασμό από τους Τούρκους πολλές νέες.
Η μάνα με το μωρό της στην αγκαλιά και με μια σκεπασμένη εικόνα της Υπαπαντής, που δεν την αποχωρίστηκε σε όλες τις μέρες της δοκιμασίας, κρύβοντάς την κατά τις επιδρομές των Τσετών, μας μάζεψε σε μια γωνιά. Η δύσμοιρη, μονάχη, χωρίς τον νοικοκύρη της, χωρίς τον μεγάλο αδερφό, με τέσσερα παιδιά από έξι μηνών έως δώδεκα χρονών. Όλη τη νύχτα βαριαναστέναζε κι έκλαιγε σιωπηλά. Σαν σταματούσαν τα δάκρυα, ένωνε μαζί με τις άλλες γυναίκες και μανάδες τις προσευχές της. Έτσι ξενυχτήσαμε τα γυναικόπαιδα δυο βραδιές.
Την άλλη μέρα, νηστικούς και πεινασμένους, μας ξεσήκωσαν για τον Τσεσμέ, όπως ήμασταν, χωρίς να πάρει κανείς τίποτα μαζί του. Πολλοί γυμνοί και ξυπόλητοι ξεκίνησαν. Οι μεγάλοι κατάλαβαν πως οδηγούμασταν στην προσφυγιά.
Θυμάμαι που φεύγοντας για τον Τσεσμέ περάσαμε μπροστά από το σπίτι  μας, που ήταν στον κεντρικό δρόμο.
Η  πόρτα του ισογείου ήταν ανοιχτή. Η μάνα γύρισε και κοίταξε, θυμάμαι. Το ίδιο κι εγώ.
Είδαμε το μαξούλι της χρονιάς, το σωρό της ψιλόροης σταφίδας που ήταν μαζεμένη εκεί μπροστά να την τσουβαλιάζουν οι Τούρκοι. Η μάνα δεν κρατήθηκε, κοντοστάθηκε, κοίταξε για μια στιγμή με πίκρα και για τελευταία φορά το σπίτι μας και συνέχισε ύστερα από την προσταγή του στρατιώτη που βάδιζε παράπλευρά μας. Τα δάκρυα την είχαν πνίξει.
Θρήνος για τον χαμένο πατέρα, για τον αιχμάλωτο γιο, για ό,τι αφήναμε, σπίτι και πατρίδα.
Ο δρόμος για τον  Τσεσμέ και μετά στο άγνωστο
Μαζεμένα  πλάι της και πιασμένα από τη φούστα της, συνεχίσαμε, κάτω απ’ τον καυτό ήλιο εκείνων των πρώτων ημερών του Σεπτέμβρη, το δρόμο για τον Τσεσμέ. Πεινασμένοι, ρακένδυτοι, άυπνοι, συντρίμμια, σερνόμασταν.
Η μάνα δεν είχε αποχωριστεί από τις πρώτες μέρες της συμφοράς την κάπως μεγάλη εικόνα της Υπαπαντής που είχαμε στο εικονοστάσι του σπιτιού μας. Την είχε σκεπάσει μ’ ένα τραπεζομάντιλο και τη φύλαγε όλες εκείνες τις μέρες, έχοντάς την κρυμμένη πότε εδώ και πότε εκεί. Την είχε σαν τα μάτια της. Όσο είχε την έγνοια για μας, άλλο τόσο και για την Παναγιά.
Κι όσο ήμασταν στο σπίτι του παππού κι ύστερα στην εκκλησιά κλεισμένοι, δεν έδινε βάρος για τη φύλαξή της. Τώρα όμως στην πορεία, ήταν δύσκολο το έργο της μάνας. Είχε στην αγκαλιά το μωρό, τη μικρή μας αδελφούλα, μαζί και την εικόνα. Ο δρόμος μακρύς και η κούραση έλυνε τα γόνατα. Όταν πια είχε αποκάμει από την κούραση, κοντοστάθηκε. Δίνει στο πιο μεγάλο αδέρφι, τον Γιαννάκη μας, να κρατήσει για λίγο το μωρό κι εκείνη
γρήγορα-γρήγορα σκύβει και απιθώνει τη σκεπασμένη εικόνα στο πλαϊνό χαντάκι.
Γονατίζει, σταυροκοπιέται και την ασπάζεται. Τη σκεπάζει όσο πιο καλά γίνεται κι ύστερα με δακρυσμένα μάτια, ολολύζοντας σα να ‘χε απέναντί της την ίδια την Παναγιά, μονολογάει:
«Παναγιά μου, συγχώρεσέ με, ή το παιδί μου πρέπει ν’ αφήσω ή Εσένα».
 Ξανάκανε το σταυρό της, ξαναπήρε το μωρό στην αγκαλιά της και συνεχίσαμε το δρόμο.
Ύστερα  από μια κουραστική πορεία τριών και πλέον ωρών, διψασμένοι, κατάκοποι και με ματωμένα τα πόδια, φτάσαμε στον Τσεσμέ. Μας μάζεψαν στις εκκλησίες. Το δικό μας μπουλούκι το σπρώξανε στον πολιούχο του Τσεσμέ, τον Άγιο Χαράλαμπο. Εκεί που μας πήγαιναν, πριν μπούμε στην εκκλησιά, είδα χάμω στα βοτσαλάκια ένα μικρούτσικο βιβλιαράκι μ’ ένα σταυρό ζωγραφισμένο στο εξώφυλλό του. Έσκυψα το πήρα και το έχωσα στην τσέπη μου. Ήταν μια ιερή σύνοψη. Θυμάμαι αργότερα στη Μυτιλήνη, σημείωσα στο τελευταίο λευκό φύλλο του: «Ιερό ενθύμιο των αλησμόνητων ημερών του διωγμού μας, 12 Σεπτεμβρίου 1922» και το όνομά μου από κάτω.
Αυτό το μικρό ενθύμιο το έχω πάντα στη βιβλιοθήκη μου. Ξεφυλλίζοντάς το, να μπροστά μου μια-μια οι
φοβερές κι αξέχαστες εκείνες ημέρες…
———————————————————————————————————————————————————————–

Νίκος Καζαντζάκης, συνεργάτης του Βενιζέλου, σε επιστολή του το Δεκέμβριο του 1921, υποστηρίζει ευθέως ότι έκανε τις εκλογές γνωρίζοντας ότι θα τις χάσει. Γράφει:

“…άνθρωπος που μ’ επανάσταση κατάλαβε την αρχή και δικτατορικώς κυβέρνησε τόσα χρόνια Πώς και Γιατί; θυμήθηκε το σύνταγμα και ενέργησε εκλογές αφού τόξερε πως θα χάσει…. ή μη και δεν τόξερε; …. αμ τότε ίντα διάολο υπεράνθρωπος έτονε…. να μη γνωρίζει τα γύρω του!….”

(Αρχείο Κώστα Τριαρίδη).

«Δύο το πολύ εκατομμύρια προσώπων του παλαιού κράτους έκριναν την τύχη έξι εκατομμυρίων Ελλήνων των Νέων Χωρών και του αλύτρωτου Γένους.»

Και μια …στιγμή ειλικρίνειας περί την Μεγάλη Ιδέα (Βενιζέλος προς τον Άγγλο υπ.εξ Κώρζον):

“Η Ελλάς όλα αυτά τα έπραξε τη απαιτήσει υµών (των συμμάχων, των Εγγλέζων περιλαμβανομένων) µε την βοήθειάν σας και την επιθυµίαν σας. Τώρα, οπότε επέρχεται η συµφορά, µάς αφήνετε”.

1930…ελευθέριος-κεμάλ.

Ένα αίτημά του, που «ανέβλυσε» την επόμενη της Καταστροφής δεκαετία, ήταν το κάτωθι…:

Επιστολή-εισήγηση του E. Bενιζέλου για την απονομή του Νόμπελ Ειρήνης (!!!) στο Μ. Κεμάλ, 12 Ιανουαρίου 1934… :ΕΔΩ.

———————————————————————————————————————————————————————–

Για το Δημητρό,
τη Μαρία,
τον Κωσταντή !


 Για τη Σμύρνη

  Σταμάτης Σπανουδάκης

H ανάρτηση απαντάται και στα capitalblogs

Advertisements
 
4 Σχόλια

Posted by στο 4 Σεπτεμβρίου 2011 in Έλλην Λόγος

 

4 responses to “Εν Αλασσάτοις Ερυθραίας…Όσοι Ζωντανοί.

  1. Πόντος και Αριστερά

    15 Μαρτίου 2014 at 2:28 ΠΜ

    Μην ξεχνάτε ότι ο Δραγούμης είχε αντιταχθεί στη Μικρασιατική Εκστρατεία και είχε γράψει περιφρονητικά για τους Μικρασιάτες. Διαβάζουμε σ’ ένα σχετικό κείμενο για τις απόψεις και την πολιτική στάση του Ίωνα Δραγούμη:

    «Το αρνητικό στερεότυπο κατά των Ελλήνων της Ανατολής που είχε δημιουργηθεί στην ελλαδική κοινωνία από τη φιλομοναρχική προπαγάνδα θα επιβεβαιωθεί πλήρως από τον Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος το 1919 θα γράψει ότι οι Μικρασιάτες, όπως και οι Κρητικοί, ήταν τα όργανα υποταγής της Παλαιάς Ελλάδας στον «αγγλογαλλικό ιμπεριαλισμό». Και ότι «θα σαρωθούν από τα λαϊκά κύματα που υψώνονται». Ο Δραγούμης εμφανίζεται με έναν υποτιμητικό έως και ρατσιστικό λόγο κατά των Μικρασιατών, των νησιωτών της Μυτιλήνης, της Χίου, της Σάμου, της Ρόδου και Κύπρου. Ιδιαιτέρως βρίσκονται στο στόχαστρό του οι Κρητικοί: «Έχει και τους Κρητικούς, που ήταν πάντα μισθοφόροι».[16]»

    Ο Ίων Δραγούμης και οι νεοελληνικές αντινομίες
    http://kars1918.wordpress.com/2010/12/27/i_dragumis/

     
    • dimkoud

      15 Μαρτίου 2014 at 4:08 ΜΜ

      Η Μικρασιατική Εκστρατεία ως σύλληψη και στόχευση, παρά τον ~αιώνα που έχει παρέλθει, ενδεχομένως «αναμένει» ακόμη τον ιστορικό φωτισμό της, τόσο σε επίπεδο σκηνής όσο και -κυρίως- παρασκηνίου (βλ. εδώ, λ.χ, στο υστερολόγιο).
      Εκτείνοντας το πεδίο εστίασης, ενδεικτικά, στο χωροχρονικό ιστορικό «τρίγωνο» Κριμαίας-Κιρκούκ-Λονδίνου. Πικρά «χαμογελώντας» με την αιτιώδη προσέγγιση-πιθανολόγηση του Μικρασιατικού Ολέθρου ως …ατυχία του Μικρασιατικού Ελληνισμού να πληρώσει την μετάβαση από την ατμοκίνηση στην πετρελαιοκίνηση.
      Στην «μεγάλη εικόνα», θ’ αναζητούσε κανείς εγχώριες ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ συνιστώσες, κατά το μάλλον, πέραν-άνω του προσώπου του Δραγούμη (όπως κι αν τον χαρακτηρίσει κανείς, τοις πράγμασιν εζημίωσε τη ζωή του, όχι τον Μικρασιατικό Ελληνισμό και τις Εστίες Του).

       
  2. dimkoud

    14 Σεπτεμβρίου 2017 at 12:17 ΠΜ

     

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s