RSS

Χρύσεον μὲν πρώτιστα …νῦν(Ε´Γένος) Σιδήρεον

12 Οκτ.

…χρύσεον μὲν πρώτιστα γένος μερόπων ἀνθρώπων
    ἀθάνατοι ποίησαν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες.        110
    οἱ μὲν ἐπὶ Κρόνου ἦσαν, ὅτ᾽ οὐρανῷ ἐμβασίλευεν·
    ὥστε θεοὶ δ᾽ ἔζωον ἀκηδέα θυμὸν ἔχοντες,
    νόσφιν ἄτερ τε πόνων καὶ ὀιζύος· οὐδέ τι δειλὸν
    γῆρας ἐπῆν, αἰεὶ δὲ πόδας καὶ χεῖρας ὁμοῖοι
    τέρποντ᾽ ἐν θαλίῃσι κακῶν ἔκτοσθεν ἁπάντων·        115
    θνῇσκον δ᾽ ὥσθ᾽ ὕπνῳ δεδμημένοι· ἐσθλὰ δὲ πάντα
    τοῖσιν ἔην· καρπὸν δ᾽ ἔφερε ζείδωρος ἄρουρα
    αὐτομάτη πολλόν τε καὶ ἄφθονον· οἱ δ᾽ ἐθελημοὶ
    ἥσυχοι ἔργ᾽ ἐνέμοντο σὺν ἐσθλοῖσιν πολέεσσιν.
    ἀφνειοὶ μήλοισι, φίλοι μακάρεσσι θεοῖσιν.        120
    αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ τοῦτο γένος κατὰ γαῖ᾽ ἐκάλυψε,
    τοὶ μὲν δαίμονές εἰσι Διὸς μεγάλου διὰ βουλὰς
    ἐσθλοί, ἐπιχθόνιοι, φύλακες θνητῶν ἀνθρώπων,
    οἵ ῥα φυλάσσουσίν τε δίκας καὶ σχέτλια ἔργα
    ἠέρα ἑσσάμενοι, πάντη φοιτῶντες ἐπ᾽ αἶαν,        125
    πλουτοδόται· καὶ τοῦτο γέρας βασιλῄον ἔσχον.

Χρυσό πρωτόπλασαν το γένος των βροτών ανθρώπων οι αθάνατοι του Ολύμπου.110 Στην εποχή του Κρόνου, όταν εκείνος δέσποζε στον ουρανό, ζούσαν κι εκείνοι σαν θεοί· ο νους τους ξέγνοιαστος, πάθη και συμφορές μακριά τους, μήτε τα μαύρα γηρατειά τους άγγιζαν· άφθαρτοι κι αναλλοίωτοι, πόδια και χέρια, στις χαρές δοσμένοι, κι ό,τι κακό έμενε απ᾽ έξω.115 Ακόμη κι όταν πέθαιναν, ήταν ο θάνατός τους ύπνος που τους δάμαζε, κι είχανε όλα τα καλά δικά τους· χωράφια γόνιμα τους έδιναν καρπό από μόνα τους, μεγάλη κι άφθονη σοδειά· κι εκείνοι πράοι, ησυχασμένοι σε έργα ευχάριστα, ευλογημένοι με τα πολλά αγαθά τους. Κι όταν με τον καιρό της γης το χώμα σκέπασε τούτο το γένος,121 έγιναν επιχθόνια πνεύματα, αγνά, καλόγνωμα, να διώχνουν το κακό, φύλακες των θνητών ανθρώπων. Αυτοί φυλάν το δίκιο, αυτοί αποτρέπουνε τα ανόσια έργα· κυκλοφορούν, ντυμένοι την ομίχλη, σ᾽ όλη την οικουμένη,125 πηγή ευτυχίας και πλούτου – τέτοια βασιλική τιμή τους έλαχε.
    δεύτερον αὖτε γένος πολὺ χειρότερον μετόπισθεν
    ἀργύρεον ποίησαν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες,
    χρυσέῳ οὔτε φυὴν ἐναλίγκιον οὔτε νόημα.
    ἀλλ᾽ ἑκατὸν μὲν παῖς ἔτεα παρὰ μητέρι κεδνῇ        130
    ἐτρέφετ᾽ ἀτάλλων μέγα νήπιος ᾧ ἐνὶ οἴκῳ.
    ἀλλ᾽ ὅτ᾽ ἄρ᾽ ἡβήσαι τε καὶ ἥβης μέτρον ἵκοιτο,
    παυρίδιον ζώεσκον ἐπὶ χρόνον, ἄλγε᾽ ἔχοντες
    ἀφραδίῃς· ὕβριν γὰρ ἀτάσθαλον οὐκ ἐδύναντο
    ἀλλήλων ἀπέχειν, οὐδ᾽ ἀθανάτους θεραπεύειν        135
    ἤθελον οὐδ᾽ ἔρδειν μακάρων ἱεροῖς ἐπὶ βωμοῖς,
    ἣ θέμις ἀνθρώποις κατὰ ἤθεα. τοὺς μὲν ἔπειτα
    Ζεὺς Κρονίδης ἔκρυψε χολούμενος, οὕνεκα τιμὰς
    οὐκ ἔδιδον μακάρεσσι θεοῖς, οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν.
    αὐτὰρ ἐπεὶ καὶ τοῦτο γένος κατὰ γαῖ᾽ ἐκάλυψε,        140
    τοὶ μὲν ὑποχθόνιοι μάκαρες θνητοῖς καλέονται,
    δεύτεροι, ἀλλ᾽ ἔμπης τιμὴ καὶ τοῖσιν ὀπηδεῖ.
Μετά, δεύτερο γένος, πολύ χειρότερο, αργυρό έπλασαν οι θεοί του Ολύμπου· σε τίποτε δεν έμοιαζε με το χρυσό, μήτε στην όψη μήτε και στο φρόνημα. Έπρεπε το παιδί να μείνει κολλημένο στην καλή του μάνα,130 χρόνια εκατό· να το ταΐζει και να το νταντεύει, κι αυτό να παίζει μες στο σπίτι -μεγάλο, αφύσικο μωρό. Αλλά, κι όταν περνούσανε στην ήβη, κόντευαν πια στην ανθηρή τους νιότη, ζούσαν ελάχιστα, δυστυχισμένοι με τον λίγο χρόνο τους και το λειψό μυαλό τους. Γιατί δεν είχαν σθένος να αντισταθούν στη μεταξύ τους βία, στην αμοιβαία135 αλαζονεία τους· καν δεν τιμούσαν τους θεούς, μήτε και δέχονταν να θυσιάσουν στους αγνούς βωμούς, όπως το ορίζει η τάξη των ανθρώπων, όπου κι αν κατοικούν. Γι᾽ αυτό ο Κρονίδης Δίας τους έκρυψε από θυμό, που δεν σεβάστηκαν τις οφειλές τους στους μάκαρες ολύμπιους θεούς. Και μόλα ταύτα, όταν της γης το χώμα κάλυψε κι αυτό το γένος,140 τους είπαν μάκαρες θνητούς του κάτω κόσμου, έστω και δεύτερης σειράς -κάποια τιμή κι αυτούς τους συνοδεύει.
    Ζεὺς δὲ πατὴρ τρίτον ἄλλο γένος μερόπων ἀνθρώπων
    χάλκειον ποίησ᾽, οὐκ ἀργυρέῳ οὐδὲν ὁμοῖον,
    ἐκ μελιᾶν, δεινόν τε καὶ ὄβριμον· οἷσιν Ἄρηος        145
    ἔργ᾽ ἔμελεν στονόεντα καὶ ὕβριες· οὐδέ τι σῖτον
    ἤσθιον, ἀλλ᾽ ἀδάμαντος ἔχον κρατερόφρονα θυμόν·
    ἄπλαστοι· μεγάλη δὲ βίη καὶ χεῖρες ἄαπτοι
    ἐξ ὤμων ἐπέφυκον ἐπὶ στιβαροῖσι μέλεσσιν.
    τῶν δ᾽ ἦν χάλκεα μὲν τεύχεα, χάλκεοι δέ τε οἶκοι,        150
    χαλκῷ δ᾽ εἰργάζοντο· μέλας δ᾽ οὐκ ἔσκε σίδηρος.
    καὶ τοὶ μὲν χείρεσσιν ὕπο σφετέρῃσι δαμέντες
    βῆσαν ἐς εὐρώεντα δόμον κρυεροῦ Ἀίδαο
    νώνυμνοι· θάνατος δὲ καὶ ἐκπάγλους περ ἐόντας
    εἷλε μέλας, λαμπρὸν δ᾽ ἔλιπον φάος ἠελίοιο.        155
Ύστερα ο Δίας‒πατέρας έφτιαξε τρίτο γένος των βροτών ανθρώπων, χάλκινο, που να μη μοιάζει στο ασημένιο πουθενά· φράξινο, ανελέητο, φριχτό. Άλλο δεν είχαν στο μυαλό τους145 πάρεξ τα υπερφίαλα έργα του πολέμου, βαριά σε στεναγμούς· στάρι δεν έτρωγαν κι ήταν σκληρή η καρδιά τους σαν το ατσάλι. Άπιαστοι κι άγριοι, υπερδύναμοι, με χέρια ανίκητα που φύτρωναν στους ώμους, πάνω σε μέλη στιβαρά. Χάλκινα τα όπλα, χάλκινα τα σπίτια τους,150 δούλευαν μόνον τον χαλκό -δεν είχε ακόμη εφευρεθεί ο μαύρος σίδηρος. Κι αφού απ᾽ τα ίδια τους τα χέρια ξεκληρίστηκαν, κατέβηκαν στον σκοτεινό, άραχλο δόμο του Άδη, ανώνυμοι. Όσο κι αν ήταν τρομεροί, τους εξαφάνισε μαύρος ο χάρος, κι άφησαν πίσω τους το φως,155 τη λάμψη του ήλιου.
      αὐτὰρ ἐπεὶ καὶ τοῦτο γένος κατὰ γαῖ᾽ ἐκάλυψεν,
    αὖτις ἔτ᾽ ἄλλο τέταρτον ἐπὶ χθονὶ πουλυβοτείρῃ
    Ζεὺς Κρονίδης ποίησε, δικαιότερον καὶ ἄρειον,
    ἀνδρῶν ἡρώων θεῖον γένος, οἳ καλέονται
    ἡμίθεοι, προτέρη γενεὴ κατ᾽ ἀπείρονα γαῖαν.        160
    καὶ τοὺς μὲν πόλεμός τε κακὸς καὶ φύλοπις αἰνὴ
    τοὺς μὲν ὑφ᾽ ἑπταπύλῳ Θήβῃ, Καδμηίδι γαίῃ,
    ὤλεσε μαρναμένους μήλων ἕνεκ᾽ Οἰδιπόδαο,
    τοὺς δὲ καὶ ἐν νήεσσιν ὑπὲρ μέγα λαῖτμα θαλάσσης
    ἐς Τροίην ἀγαγὼν Ἑλένης ἕνεκ᾽ ἠυκόμοιο.        165
    ἔνθ᾽ ἦ τοι τοὺς μὲν θανάτου τέλος ἀμφεκάλυψε,
    τοῖς δὲ δίχ᾽ ἀνθρώπων βίοτον καὶ ἤθε᾽ ὀπάσσας
    Ζεὺς Κρονίδης κατένασσε πατὴρ ἐς πείρατα γαίης,
    [τηλοῦ ἀπ᾽ ἀθανάτων· τοῖσιν Κρόνος ἐμβασιλεύει.]
    καὶ τοὶ μὲν ναίουσιν ἀκηδέα θυμὸν ἔχοντες        170
    ἐν μακάρων νήσοισι παρ᾽ Ὠκεανὸν βαθυδίνην·
    ὄλβιοι ἥρωες, τοῖσιν μελιηδέα καρπὸν
     τρὶς ἔτεος θάλλοντα φέρει ζείδωρος ἄρουρα.
Όταν με τον καιρό το χώμα κάλυψε κι αυτό το γένος, έπλασε γένος τέταρτο στη σιτοφόρο γη ο Κρονίδης Δίας, πιο δίκαιο κι αντρειωμένο· το θείο γένος των ηρώων που λέγονται κι ημίθεοι, την προηγούμενη από μας γενιά, να ζουν στην άπειρη οικουμένη.160 Αλλά κι αυτούς τους χάλασε ολέθριος πόλεμος, κακόφωνη σφαγή· άλλους εκεί μπροστά στη Θήβα την επτάπυλη, χώρα του Κάδμου, έτσι που μεταξύ τους μάχονταν ποιος θα κερδίσει βόδια και πρόβατα του Οιδίποδα· άλλους ο πόλεμος τους έφερε στην Τροία, με τα καράβια τους165 περνώντας πάνω απ᾽ το μέγα κύμα της θαλάσσης, για χάρη της καλλίκομης Ελένης. Όπου τους πιο πολλούς στο χώμα τους παράχωσε το τέλος του θανάτου. Σε κάποιους όμως έδωσε τη χάρη ο Κρονίδης Ζευς να μείνουν πέρα απ᾽ τους ανθρώπους· σαν αγαθός πατέρας τούς κατοίκισε στα πέρατα του κόσμου, κι εκεί, με δίχως λύπη στην ψυχή τους,170 κατοικούν στις Νήσους των Μακάρων, πλάι στις ροές του Ωκεανού, του βαθυστρόβιλου, ήρωες ευτυχείς· που τους προσφέρει τρεις φορές η σιτοφόρα γη τον χρόνο ώριμους και γλυκούς καρπούς, σαν μέλι.
   μηκέτ᾽ ἔπειτ᾽ ὤφελλον ἐγὼ πέμπτοισι μετεῖναι
    ἀνδράσιν, ἀλλ᾽ ἢ πρόσθε θανεῖν ἢ ἔπειτα γενέσθαι.        175
    νῦν γὰρ δὴ γένος ἐστὶ σιδήρεον· οὐδέ ποτ᾽ ἦμαρ
    παύσονται καμάτου καὶ ὀιζύος, οὐδέ τι νύκτωρ
    φθειρόμενοι· χαλεπὰς δὲ θεοὶ δώσουσι μερίμνας.
    ἀλλ᾽ ἔμπης καὶ τοῖσι μεμείξεται ἐσθλὰ κακοῖσιν.
    Ζεὺς δ᾽ ὀλέσει καὶ τοῦτο γένος μερόπων ἀνθρώπων,        180
    εὖτ᾽ ἂν γεινόμενοι πολιοκρόταφοι τελέθωσιν.
    οὐδὲ πατὴρ παίδεσσιν ὁμοίιος οὐδέ τι παῖδες,
    οὐδὲ ξεῖνος ξεινοδόκῳ καὶ ἑταῖρος ἑταίρῳ,
    οὐδὲ κασίγνητος φίλος ἔσσεται, ὡς τὸ πάρος περ.
    αἶψα δὲ γηράσκοντας ἀτιμήσουσι τοκῆας·        185
    μέμψονται δ᾽ ἄρα τοὺς χαλεποῖς βάζοντες ἔπεσσι,
    σχέτλιοι, οὐδὲ θεῶν ὄπιν εἰδότες· οὐδέ κεν οἵ γε
    γηράντεσσι τοκεῦσιν ἀπὸ θρεπτήρια δοῖεν
    χειροδίκαι· ἕτερος δ᾽ ἑτέρου πόλιν ἐξαλαπάξει.
    οὐδέ τις εὐόρκου χάρις ἔσσεται οὔτε δικαίου        190
    οὔτ᾽ ἀγαθοῦ, μᾶλλον δὲ κακῶν ῥεκτῆρα καὶ ὕβριν
    ἀνέρα τιμήσουσι· δίκη δ᾽ ἐν χερσί, καὶ αἰδὼς
    οὐκ ἔσται· βλάψει δ᾽ ὁ κακὸς τὸν ἀρείονα φῶτα
    μύθοισιν σκολιοῖς ἐνέπων, ἐπὶ δ᾽ ὅρκον ὀμεῖται.
    ζῆλος δ᾽ ἀνθρώποισιν ὀιζυροῖσιν ἅπασι        195
    δυσκέλαδος κακόχαρτος ὁμαρτήσει, στυγερώπης.
    καὶ τότε δὴ πρὸς Ὄλυμπον ἀπὸ χθονὸς εὐρυοδείης
    λευκοῖσιν φάρεσσι καλυψαμένω χρόα καλὸν
    ἀθανάτων μετὰ φῦλον ἴτον προλιπόντ᾽ ἀνθρώπους
    Αἰδὼς καὶ Νέμεσις· τὰ δὲ λείψεται ἄλγεα λυγρὰ        200
    θνητοῖς ἀνθρώποισι, κακοῦ δ᾽ οὐκ ἔσσεται ἀλκή…
       
       Σιδηροπαγίδα (O2, CO2) εντός του δακτυλίου της αίμης
Σε «ελώδη» περιβάλλοντα, φιλόξενα προς τους ανωφελείς κώνωπες και την ελονοσία, η «φυσική επιλογή» προάγει την επιβίωση-πολλαπλασιασμό-επικράτηση του θαλασσαιμικού, αναιμικού τμήματος του ανθρώπινου πληθυσμού. Οι ανωφελείς αποστρέφονται …διαιτητικά την θαλασσαιμία-«τροποποιημένη» αιμοσφαιρίνη.
Άμποτε να μη ζούσα εγώ σ᾽ αυτήν την πέμπτη γενεά, με τους ανθρώπους της· καλύτερα να ᾽χα πεθάνει πιο μπροστά175 ή να γεννιόμουν ύστερα. Γιατί έφτασε τώρα η ώρα του γένους του σιδήρου. Μήτε τη μέρα θα απολείψουν κάματος και πόνος μήτε τη νύχτα η φθορά τους θα κοπάσει· τους περιμένουν μέριμνες βαριές, θεόσταλτες, μόλο που κάποτε θα σμίγει και σ᾽ αυτούς καλό με το κακό. Ο Δίας όμως θα αφανίσει κι αυτό το γένος των βροτών·180 όταν τα νήπια θα γεννιούνται με κροτάφους γκρίζους· ούτε ο γονιός θα μοιάζει του παιδιού του μήτε και τα παιδιά με τους γονείς· ο ξένος στον φιλόξενο, ο σύντροφος στον σύντροφο μήτε κι ο αδελφός στον αδελφό δεν θα ᾽ναι φίλος πια, που ήταν άλλοτε ο κανόνας. Θα τους καταφρονούν τους γέροντες γονείς οι απόγονοί τους,185 θα τους χλευάζουν ξεστομίζοντας λόγια βαριά, άσπλαχνοι, ανίδεοι μπροστά στον φόβο του θεού· σ᾽ εκείνους που τους γέννησαν, όταν γεράσουν, δεν θα αποδώσουν τα τροφεία τους· καμιά αρετή ευορκίας, δικαιοσύνης,190 καλοσύνης· αντίθετα, θα δείχνουν την εκτίμησή τους σ᾽ όποιον θα πράξει το κακό· το δίκιο καθενός η δυνατή γροθιά· θα λείψει κι η ντροπή· θα βλάφτει ο τιποτένιος τον καλύτερό του, με δόλια λόγια ξεγελώντας τον, και θα ορκίζεται αποπάνω· ο φθόνος μόνον θα συντροφεύει τους ανθρώπους μες στη συμφορά τους 195 κακόγλωσσος, χαιρέκακος, μνησίκακος. Και τότε προς τον Όλυμπο, μακριά από πλατείες και δρόμους, καλύπτοντας με τον λευκό τους πέπλο την ωραία θωριά τους, εγκαταλείποντας για πάντα τους ανθρώπους, θα φύγουν και θ᾽ ανέβουν στον κόσμο των θεών η Αιδώς κι η Νέμεση. Ό,τι θα μείνει, θα ᾽ναι μόνο βάσανα πικρά, κλήρος για τους απόκληρους βροτούς,200 δεν θα υπάρξει στα δεινά τους σωτηρία καμιά…
 «Έργα και Ημέραι»


 

«Ο Δίας»

-.-

Advertisements
 
Σχολιάστε

Posted by στο 12 Οκτωβρίου 2014 in Έλλην Λόγος

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s